Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Φόβοι για παγκόσμιο χρηματιστηριακό κραχ, σε μια μέρα χάθηκε ένα τρισ. δολάρια – Έρχεται καυτό φθινόπωρο

sangkai-stock-market-750
Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια υποχωρούν ταχύτατα, μετά τη δραματική πτώση των κινεζικών μετοχών που οδήγησε σε μαζικές πωλήσεις στην Ασία και προκαλεί νέα ερωτήματα σχετικά με το τι μπορούν να κάνουν οι υπεύθυνοι στο Πεκίνο για να αντιμετωπίσουν την κρίση.
Στο επίκεντρο της νέας πτώσης βρίσκεται η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και οι επιπτώσεις που αυτή αναμένεται να έχει στην πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.
Το χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης κατέγραφε απώλειες 3,1% και κινείτο κάτω από το όριο των 10.000 μονάδων, στις 9,797,7 μονάδες, για πρώτη φορά από τον Ιανουάριο.
Ο δείκτης FTSE 100 στο Λονδίνο, που έχει πολλές μετοχές εταιρειών πρώτων υλών εκτεθειμένες στην επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας υποχωρούσε 2,9%, ενώ στο Παρίσι ο δείκτης CAC 40 σημειώνει απώλειες 3,5%. Απώλειες 3% σημειώνει και ο πανευρωπαϊκός δείκτης μετοχών FTSE Eurofirst 300.
Η πτώση στην Ευρώπη ακολουθεί τις μεγάλες πωλήσεις μετοχών στην Κίνα, όπου ο σύνθετος δείκτης του χρηματιστηρίου της Σαγκάης μειώθηκε έως 8,5%, χάνοντας όλα τα κέρδη που είχε μέσα στο 2015. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας εντάθηκαν την περασμένη εβδομάδα.
Η κεντρική τράπεζα της Κίνας διέψευσε τις ελπίδες λήψης μέτρων μέσα στο Σαββατοκύριακο, μην προχωρώντας σε μείωση των επιτοκίων ή την παροχή ρευστότητας.
Πτώση σχεδόν 4% κατέγραφε σήμερα λίγο μετά την έναρξη των συναλλαγών και το χρηματιστήριο της Λισαβόνας. Ο πορτογαλικός δείκτης PSI 20 κατέγραψε πτώση 3,80% και διαμορφώθηκε στις 5.087,35 μονάδες.
Η έλλειψη δράσης τόνισε την ανησυχία ότι το Πεκίνο δεν διακινδυνεύει πλέον την αξιοπιστία του προκειμένου να τονώσει τη χρηματιστηριακή αγορά. Η κίνησή του να επιτρέψει σήμερα στο κύριο ασφαλιστικό ταμείο να επενδύσει σε μετοχές για πρώτη φορά, ανοίγει έναν δρόμο για να μπουν κεφάλαια στην αγορά, αλλά δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει τις πωλήσεις.
Το ευρώ ενισχύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο εξαμήνου και πλέον έναντι του δολαρίου, καθώς οι επενδυτές αγόραζαν το κοινό νόμισμα, καθώς τα ασιατικά νομίσματα έχασαν την ελκυστικότητά τους στην αναταραχή και εν όψει της προοπτικής μειώσεων των επιτοκίων στην Ασία μετά την υποτίμηση του γουάν από την Κίνα.
Καθημερινά πλέον καταγράφεται κι ένα καινούργιο μίνι-κραχ στις ασιατικές αγορές και είναι ενδεικτικό πως ο δείκτης-βαρόμετρο της περιοχής, ο δείκτης MSCI Ασίας-Ειρηνικού έκλεισε το πρωί με νέες απώλειες της τάξης του 4% σε χαμηλό τριών ετών. Πάνω από 9% έχασαν εκ νέου σήμερα οι μεγάλες κινεζικές αγορές με αποτέλεσμα ήδη να έχουν "διαγράψει" όλα τα κέρδη από την αρχή της χρονιάς.
Συγκεκριμένα με μεγάλη πτώση 4,61% έκλεισε σήμερα το χρηματιστήριο του Τόκιο, για πέμπτη συνεχή ημέρα, λόγω των ανησυχιών για την παγκόσμια οικονομική κατάσταση γενικά και για την κατάσταση της κινεζικής οικονομίας ειδικότερα.
Ενώ το χρηματιστήριο της Σανγκάης κατέγραψε πτώση 8,49%, ο βασικός δείκτης Nikkei υποχώρησε κατά 4,61%, σημειώνοντας απώλειες 895,15 μονάδων για να κλείσει στις 18,540.68 μονάδες.
Ο Nikkei έχει υποχωρήσει συνολικά κατά 10% καταγράφοντας απώλειες 2.079 μονάδων στις τελευταίες πέντε συνεδριάσεις.
Ανησυχίες για περαιτέρω επιδείνωση
Το χειρότερο είναι πως οι επενδυτές φοβούνται μια μαζική επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας ακριβώς λόγω Κίνας καθώς πλέον δεν είναι "ορατή" ούτε καν η πρόθεση, η πολιτική που θα ακολουθήσει στη συνέχεια η κεντρική τράπεζα της χώρας. Έχουν προηγηθεί αρκετές άκαρπες προσπάθειες να στηριχθούν οι μετοχικές αγορές, έχει προηγηθεί μια υποτίμηση στο γουάν και επισήμως μια ανακοίνωση των εποπτικών αρχών της Κίνας που αναφέρει πως σταματά προσώρας η στήριξη της αγοράς με νέες χρηματοδοτήσεις. Σενάριο πάντως που οι δυτικοί αναλυτές δεν πιστεύουν και αντιθέτως εκτιμούν πως η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας ετοιμάζεται κυριολεκτικά να "πλημμυρίσει" με ρευστότητα το τραπεζικό σύστημα της χώρας, προκειμένου να δώσει ώθηση στον τραπεζικό δανεισμό και να αποτρέψει φυγή κεφαλαίων μετά την υποτίμηση του γουάν.
Είναι ενδεικτικό σχετικό δημοσίευμα του πρακτορείου Dow Jones Newswires, σύμφωνα με το οποίο η κινεζική τράπεζα, το αργότερο έως τις αρχές του επόμενου μήνα, θα μειώσει περαιτέρω κατά μισή ποσοστιαία μονάδα το ποσοστό που υποχρεούνται οι τράπεζες να διατηρούν σε ρευστό, "απελευθερώνοντας" έτσι κεφάλαια της τάξης των 106 δισ. δολαρίων, τα οποία οι εμπορικές τράπεζες θα υποχρεωθούν να χρησιμοποιήσουν για χορηγήσεις προς μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες θεωρούνται "κλειδί" για τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας. Αυτό βεβαίως έχει ήδη προσπαθήσει να το κάνει, ανεπιτυχώς, τουλάχιστον δύο φορές από τον περασμένο Ιούνιο, αλλά πλέον δεν μοιάζει να έχει και κάποια άλλη επιλογή.
Αυτές οι κινήσεις, υποτίμηση γουάν συν χρηματοδοτικές "ενέσεις", προκάλεσαν ήδη αντίστοιχες κινήσεις από το Βιετνάμ, το Καζακστάν και τη Μαλαισία. Και οι τρεις αυτές χώρες αναίρεσαν τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων τους, επιτείνοντας έτσι την πτώση στην αγορά συναλλάγματος των αναπτυσσόμενων χωρών. Κάποια νομίσματα όπως το μαλαισιανό ρίνγκιτ διαπραγματεύονται σήμερα σε χαμηλό 17 ετών, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι πιέσεις και στις δυτικές αγορές, με πρώτη την αμερικανική.
Σε όλα αυτά προστίθενται καθημερινά αρνητικά μακροοικονομικά στοιχεία που επιτείνουν το πρόβλημα. Τα πλέον πρόσφατα ήταν τα άσχημα στοιχεία της βιομηχανικής παραγωγής της Κίνας που ανέβασαν τον πήχη της ανησυχίας για την ανάπτυξη παγκοσμίως. Αποτέλεσμα οι μετοχές των αναπτυσσόμενων οικονομιών να καταγράφουν τις τελευταίες ημέρες τη μεγαλύτερη πτώση τους εδώ και τέσσερα χρόνια, την ίδια ώρα που την περασμένη εβδομάδα στις ΗΠΑ, Πέμπτη και Παρασκευή, ο δείκτης S&P 500 κατέγραφε τη μεγαλύτερη διήμερη πτώση από το 2011. Ήδη οι αγορές του Χονγκ Κόνγκ,της Ινδονησία, και της Ταϊβάν έχουν μπει και επισήμως σε "bear market"...
Το ρούβλι υποχωρεί στο χαμηλότερο επίπεδο της χρονιάς
Την ίδια ώρα, το ρωσικό νόμισμα υποχώρησε σήμερα στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει βρεθεί φέτος με την ισοτιμία του έναντι του ευρώ να ξεπερνά το συμβολικό όριο των 80 ρουβλίων και την ισοτιμία του έναντι του δολαρίου να διαμορφώνεται πάνω από τα 70 ρούβλια, ενώ ο χρηματιστηριακός δείκτης RTS κατέγραφε πτώση πάνω από 4% στην έναρξη των συναλλαγών, στον απόηχο της κατάρρευσης των ασιατικών αγορών.
Η ισοτιμία του ευρώ ξεπέρασε κατά το άνοιγμα του χρηματιστηρίου το όριο 80 ρουβλίων για πρώτη φορά από τα μέσα Δεκεμβρίου και διαμορφώθηκε στα 81,32 ρούβλια, έναντι 78,80 ρουβλίων το βράδυ της Παρασκευής. Η ισοτιμία του δολαρίου αυξήθηκε στα 70,91 ρούβλια έναντι 68,21 ρουβλίων πριν από το Σαββατοκύριακο.
Από χρηματιστηριακής πλευράς, ο δείκτης RTS (συναλλαγές σε δολάρια) υποχώρησε κατά 4,21% και ο Micex (συναλλαγές σε ρούβλια) υποχώρησε κατά 1,76%.
Η νέα πτώση της ισοτιμίας του ρουβλίου προκαλεί φόβους για μια νέα αποσταθεροποίηση της χώρας τη στιγμή που η ρωσική οικονομία είναι σε ύφεση.
«Σαρώνονται» και οι αραβικές αγορές
Η... "φωτιά" έφτασε και στην Αραβική χερσόνησο, βοηθούμενη και από την κατακρήμνιση των τιμών του πετρελαίου.
Χθες Κυριακή, σημειώθηκε ένα νέο μίνι κραχ στα αραβικά χρηματιστήρια –λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου αλλά και των ανησυχιών που δημιουργεί η κινεζική οικονομία- με τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου του Ντουμπάι να κάνει «βουτιά» 7,5%, τον δείκτη Tadawull της Σαουδικής Αραβίας 6,9%, σε συνέχεια του πτωτικού σερί του που έχει σωρευτικά καταγράψει απώλειες πάνω από 24% από τον περασμένο Απρίλιο, τον δείκτη QE του Κατάρ να "γράφει" απώλειες 5,3%, τον δείκτη TA 25 του Ισραήλ με πτώση 4,1%, ενώ ο EGX της Αιγύπτου κατέγραφε την μεγαλύτερη πτώση από τον Νοέμβριο του 2012, με απώλειες 5,4%.
Για του λόγου το αληθές την Παρασκευή ο δείκτης MSCI Αναδυόμενων αγορών έκλεισε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι ετών, μετά την πτώση του Brent στα 45,46 δολάρια το βαρέλι και του αμερικανικού αργού έως και τα 39,86 δολάρια το βαρέλι, ενώ ο δείκτης Bloomberg GCC200, που παρακολουθεί 200 μετοχές του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, κατέγραψε την μεγαλύτερη πτώση του από τον Οκτώβριο του 2008.
Οι αναλυτές προετοιμάζονται για ένα ιδιαίτερα καυτό φθινόπωρο, θεωρώντας πως το παγκόσμιο θέμα στην οικονομία θα είναι η προσπάθεια τιθάσευσης της νέας κινεζικής κρίσης.
Προς το παρόν, ενώ οι κινήσεις των κινεζικών αρχών κρίνονται λογικές με βάση τα συμφέροντα και τις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας τη δεδομένη χρονική στιγμή, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για την παγκόσμια οικονομική ισορροπία. Αίφνης η απόφαση της Κίνας να υποτιμήσει το νόμισμά της αποτελεί μια κίνηση τόνωσης της αδύναμης ζήτησης στο εσωτερικό της χώρας και μια ανάσα για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα και πηγή περαιτέρω πιέσεων προς τους ανταγωνιστές της. Οι Κινέζοι ποντάρουν στο σενάριο της διατήρησης της αναθέρμανσης της παγκόσμιας οικονομίας για να επιτύχουν μια ζωογόνηση της εσωτερικής τους ζήτησης. Πλην όμως, μπορεί στην παρούσα φάση να καταγράφεται μια προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ με παράλληλη ανάκαμψη των οικονο­μιών σε Ιαπωνία και Ευρώπη, η πείρα όμως δείχνει πως αν ένας κορυφαίος παίκτης όπως η Κίνα δεν πετύχει να επιστρέψει σύντομα σε τροχιά ανάπτυξης, δύσκολα θα μπορέσει μόνη της η αμερικανική οικονομία να καλύψει το κενό. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που αυτή δεν έχει πια το εργαλείο της ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ για την Ευρώπη η πολιτική της νομισματικής χαλάρωσης δεν έχει καταφέρει ακόμα να δώσει κάποια πρώτα αποτελέσματα επιτάχυνσης της ανάπτυξης.
Σενάρια πολέμου
Οι πιο διορατικοί μιλούσαν εδώ και χρόνια για την ανισορροπία στην παγκόσμια οικονομία. Χρειάστηκε όμως να μεσολαβήσει η μεγάλη κρίση, που εν πολλοίς επηρέασε σχεδόν όλες τις οικονομίες από το 2010 και μετά, για να κατανοήσουν όλοι ότι οι διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες κινούνται οι μεγάλες αγορές ανά τον πλανήτη μπορούν τελικά να οδηγήσουν ίσως σε ένα είδος παγκόσμιου οικονομικού πολέμου. Στην παρούσα φάση οι αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες μάλιστα αναζητούν μεγαλύτερο ρόλο στα παγκόσμια κέντρα αποφάσεων, έχουν περάσει από τη φάση κατά την οποία βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης σε φάση τουλάχιστον προβληματική. Για του λόγου το αληθές, από την ομάδα των BRICS ουσιαστικά μόνο η Ινδία εξακολουθεί ακόμα να αναπτύσσεται. Βραζιλία και Ρωσία βρίσκονται εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια σε βαθιά ύφεση, ενώ η οικονομία της Κίνας πλέον επιβραδύνει με ταχείς ρυθμούς.
Αυτό σημαίνει ότι οι κίνδυνοι μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης είναι ορατοί. Οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά, το ίδιο και οι αγορές εμπορευμάτων και αρκετών πρώτων υλών. Η Κίνα με τα εσωτερικά της προβλήματα έχει ένα νόμισμα πια τόσο φτηνό που κανείς διεθνής ανταγωνιστής της δεν μπορεί να αντιπαρέλθει. Εάν η κατάσταση συνεχιστεί, θα αλλάξει το τοπίο και στο παγκόσμιο εμπόριο και στη μεταποίηση. Οι αρνητικές συνέπειες για τις εκτός Ασίας αγορές και οικονομίες θα είναι τεράστιες ακριβώς τη στιγμή που αυτές οι οικονομίες πασχίζουν να μπουν ξανά σε τροχιά ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή η αμερικανική οικονομία έχει μπει σε τροχιά αύξησης των επιτοκίων του δολαρίου, απόφαση πάντως που είχε ληφθεί πριν από το ξέσπασμα της χρηματιστηριακής κρίσης στην Κίνα. Αν η Fed επιμείνει στο αρχικό της πλάνο και αυξήσει τα επιτόκια αργότερα φέτος, οι επενδυτές θα κληθούν να αποτιμήσουν τη διαφορά πολιτικής μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον. Εάν δεν πειστούν για τη δυνατότητα της αμερικανικής οικονομίας να διατηρήσει τους ρυθμούς ανάπτυξής της, τότε οι αναλυτές διαβλέπουν ως πιθανή μια διόρθωση στη χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ. Ή ένα ράλι του δολαρίου έναντι του γουάν. Αυτό απλά σημαίνει νέες πιέσεις στις εξαγωγές των ΗΠΑ και μοιάζει πολύ με αιτία πολέμου...
Οι «κρυφές» απειλές
Εκείνο που λίγοι μη ειδικοί γνωρίζουν -και ακόμα λιγότερα διεθνή media δείχνουν πρόθυμα να «φωτίσουν»- είναι το γεγονός πως η δραματική υποχώρηση των χρηματιστηριακών δεικτών και η κατακρήμνιση των αποτιμήσεων εκατοντάδων μετοχών στις κινεζικές αγορές της Σανγκάης και της Σενζέν οφείλεται στο σκάσιμο μιας φούσκας την οποία συντηρούσαν σκιώδεις τράπεζες και χρηματοπιστωτικοί οίκοι, με ακόμα πιο σκιώδεις σχέσεις με γνωστές και μη εξαιρετέες τράπεζες - είτε της Ασίας, είτε της Δύσης.
Η αλήθεια είναι ότι ο πρόσφατος χρηματιστηριακός πυρετός στην Κίνα ξεκίνησε από τον κλάδο του real estate, που όπως στις ΗΠΑ έτσι και στην Κίνα κατέρρευσε περίπου στα τέλη της περασμένης χρονιάς, με τις αποτιμήσεις εκατοντάδων χιλιάδων επενδύσεων σε ακίνητα να μετατρέπονται σε... σκόνη και τα αντίστοιχα δάνεια να μην μπορούν να αποπληρωθούν. Καμία έκπληξη συνεπώς δεν προκλήθηκε από το γεγονός πως μαζί με τη φούσκα των στεγαστικών δανείων «έσκασε» και μια περιφερειακή κρατική χρηματοπιστωτική εταιρεία. Ο λόγος για την κρατική εταιρεία εγγύησης δανείων της βόρειας επαρχίας Χεμπέι, η οποία έχει αναστείλει κάθε πληρωμή εγγύησης δανείου από τον Ιανουάριο φέτος. Η κεντρική κυβέρνηση δεν έχει ακόμα αποφασίσει τι θα πράξει με την εταιρεία, καθώς στην πορεία αποκαλύφθηκε μια πρακτική που επισήμως δεν αναγνωρίζεται από τις Αρχές, πλην όμως αποτελεί, όπως όλα δείχνουν, μια συνηθισμένη μέθοδο, υπό την ανοχή του κράτους, ώστε να επιτυγχάνονται μέχρι τώρα τρελοί ρυθμοί ανάπτυξης ακόμα και από μικρομεσαίες εταιρείες.
Τι ακριβώς συνέβαινε; Η κρατική χρηματοπιστωτική εταιρεία, με κεφάλαια από τα στεγαστικά δάνεια, των οποίων εγγυάτο και τις αποπληρωμές, έδινε ρευστό σε τρίτες εταιρείες, όχι επίσημα αναγνωρισμένες αλλά σκιώδεις τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους δάνειζαν κεφάλαια σε εταιρείες που δεν ήταν τόσο μεγάλες ή τόσο φερέγγυες ώστε να λάβουν δάνεια από επίσημες τράπεζες της χώρας. Κάπως έτσι, μόνο αυτή η περιφερειακή κρατική εταιρεία στο Χεμπέι είχε υπό την ομπρέλα της πάνω από 50 μη επίσημα αναγνωρισμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, που με τη σειρά τους είχαν χορηγήσει σε τρίτους δάνεια συνολικού ύψους 50 δισ. γουάν, ή, αν προτιμάτε, 7,8 δισ. δολάρια. Οι μισοί και πλέον από τους οργανισμούς αυτούς έχουν αναπτύξει παράλληλες σχέσεις με αμερικανικές, ευρωπαϊκές ή άλλες τράπεζες, αλλά επίσης έχουν δανείσει εκατοντάδες εταιρείες, πολλές εκ των οποίων είναι θυγατρικές εταιρειών ξένων συμφερόντων, ή κοινοπραξίες κινεζικών με δυτικές εταιρείες!
Το πρόβλημα είναι ολοφάνερο: η κεντρική κυβέρνηση θεωρητικά δεν γνώριζε τι συνέβαινε -κι αυτό φαίνεται πως συμβαίνει σε όλες τις επαρχίες της χώρας, ενδεχομένως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα- και τώρα καλείται να αποφασίσει εάν θα αφήσει να καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα οικονομικών σχέσεων που έχει δημιουργηθεί. Ηδη πάντως στην επαρχία Χεμπέι πάνω από 1.000 (!) τοπικοί επιχειρηματίες και παράγοντες έχουν ήδη απευθύνει ανοιχτή επιστολή στον τοπικό αξιωματούχο του Κομμουνιστικού Κόμματος ζητώντας να αναλάβει η κυβέρνηση να σώσει τις εμπλεκόμενες εταιρείες και συνεπακόλουθα ολόκληρη την επαρχία από μια ευρύτερη καταστροφή.
Για να έχουμε μια τάξη μεγέθους του προβλήματος, σύμφωνα με το ρεπορτάζ αμερικανικών media υπάρχει ένας τόσο ισχυρός ιστός τέτοιων οικονομικών σχέσεων στην Κίνα ώστε ελλοχεύει ο κίνδυνος «ενός ντόμινο από αλλεπάλληλες και αλληλένδετες πτωχεύσεις, στις οποίες θα εμπλακούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τεράστια χρηματικά ποσά και τελικά το ίδιο το Δημόσιο». Τα ίδια ρεπορτάζ ανεβάζουν το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που τζιράρονται στην Κίνα μέσω του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στα 6,9 τρισ. γουάν!
πηγή  www.koolnews.g

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου