Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Επώδυνος συμβιβασμός με σκληρά ανταλλάγματα για το χρέος – «Κόφτης» διαρκείας στους μισθούς και σκληρά μέτρα από 2018






Η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στο Eurogroup του Ιανουαρίου του 2016
Εισιτήριο επιστροφής ετοιμάζουν οι επικεφαλής των θεσμών οι οποίες σε λίγες ημέρες θα βρίσκονται και πάλι στην Αθήνα προκειμένου να συζητήσουν με την κυβέρνηση τα αντάλλαγμα που έδωσε χθες 5/12/2016 στο Eurogroυp για να μπορέσει να πάρει τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Αυτά τα ανταλλάγματα είναι:

1. Η νέα δέσμευση απέναντι στους δανειστές για ένα εμπροσθοβαρές «πακέτο» μέτρων ύψους 4,2 δισ. ευρώ, το οποίο αν και αφορά την διετία 2019 - 2020 και ένα μέρος της τρύπας που είναι ακόμη ανοικτή για το 2018, θα πρέπει να νομοθετηθεί από τώρα

2. Την επέκταση του δημοσιονομικού «κόφτη» και μετά το 2018, που κανονικά ο χρόνος εφαρμογής αυτού του μηχανισμού εξέπνεε με το τρίτο μνημόνιο

3. Τη διατήρηση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ τουλάχιστον έως το 2021 ή έως το 2025 με το Βερολίνο να μην βάζει νωρίτερα από το 2018 το θέμα για μικρότερους στόχους πάνω στο τραπέζι.

Τα νέα μέτρα λιτότητας επιβεβαιώνονται και από το ανακοινωθέν του Eurogroup το οποίο αναφέρει σχετικά: «προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς στόχους σε μια βιώσιμη βάση μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να συμφωνήσουν με τα θεσμικά όργανα στον μηχανισμό και τα διαρθρωτικά μέτρα που θα διασφαλίσουν αυτόν τον στόχο».
Η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε μονιμοποίηση του αυτόματου δημοσιονομικού «κόφτη».
Εξίσου σαφές ήταν το μήνυμα του επικεφαλής του Συμβουλίου Γερούν Ντάισελμπλουμ: «Συμφωνήσαμε σε πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και μεσοπρόθεσμα.
Το «μεσοπρόθεσμα» υπήρξαν απόψεις ότι πρέπει να διαρκέσει 3, 5 ή 10 χρόνια.
Θα το ξαναδούμε.
Θα απαιτηθούν, πάντως, σοβαρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Ιδίως στα εργασιακά οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης επιμένουν ότι χρειάζονται «επιπλέον ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις».

Επίσης, σύμφωνα με τον Γ. Ντάισελμπλουμ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επαναβεβαίωσε την πρόθεσή του να απευθυνθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο, προκειμένου να συναφθεί μια νέα συμφωνία χρηματοδότησης της Ελλάδας, το συντομότερο δυνατό μετά την επίτευξη Staff Level Agreement στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης.
Δεδομένου ότι οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% έως τουλάχιστον το 2020 παραμένουν αμετάβλητοι, με τα σημερινά δεδομένα δεν φαίνεται πως θα μεταβληθεί η θέση του ΔΝΤ η οποία διατυπώθηκε κατά τον πρώτο γύρο επαφών στην Αθήνα για προκαταβολικά μέτρα έως 4,2 δις ευρώ, με στόχευση σε ασφαλιστικό και αφορολόγητο.

Το 2017 η συμφωνία

Στο άλλο μεγάλο μέτωπο, δηλαδή αυτό της δεύτερης αξιολόγησης, για ακόμα μια φορά αναδείχθηκε η αδυναμία μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών θα βρουν κοινό τόπο στα εργασιακά, με αποτέλεσμα να χαθεί ακόμα ένα χρονικό ορόσημο που είχε θέσει η κυβέρνηση.
Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης μεταφέρεται πλέον στις αρχές του 2017, καθώς όπως είπε ο Γερούν Ντάισελμπλουμ «υπάρχει ακόμα αρκετή δουλειά να γίνει».
Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίσουν σε τεχνικό επίπεδο, ενώ θα υπάρξει και νέα κάθοδος των επικεφαλής των θεσμών στην Αθήνα σε λίγες ημέρες.
Πλέον το νέο χρονικό ορόσημο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης θα πρέπει να θεωρείται η πρώτη συνεδρίαση του Eurogroup για το 2017 στις 26 Ιανουαρίου, καθώς για το έκτατο Eurogroup στις αρχές Ιανουαρίου δεν φαίνεται να επαρκεί ο χρόνος.

Χρέος: Σιγή ιχθύος για τα μακροπρόθεσμα μέτρα

Όσον αφορά στο χρέος, το Eurogroup ξέκοψε κάθε συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης πριν από το τέλος του προγράμματος το 2018 και ενέκρινε μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, που εκτιμάται ότι θα μειώσουν το χρέος κατά περίπου 20% του ΑΕΠ έως το 2060 υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα τρέξει με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια που θα μειώσουν τον λόγο του χρέους ως προς το ΑΕΠ.
Τα μέτρα αυτά θα κοστίσουν μόλις 200 εκατ. ευρώ στους Ευρωπαίους, ενώ αντιθέτως θα αυξήσουν βραχυπρόθεσμα το χρέος και θα αρχίσουν να αποδίδουν ουσιαστικά από το 2030.
Συγκεκριμένα το βραχυπρόθεσμο πακέτο περιλαμβάνει:

-Την εξομάλυνση του προφίλ αποπληρωμής του EFSF βάσει των υφιστάμενων μέσων σταθμισμένων ωρίμανσεων στα 32,5 έτη από 28 σήμερα.

-Την άρση της αύξησης του επιτοκιακού περιθωρίου κατά 200 μονάδες βάσης, σχετικά με την εξαγορά χρέους του δεύτερου ελληνικού προγράμματος για το 2017 .

-Τη χρήση της χρηματοδοτικής στρατηγικής του ESM/EFSF ανάλογα με την κατάσταση των αγορών για την μείωση του ρίσκου των επιτοκίων χωρίς την επιβολή επιπρόσθετου κόστους στις χώρες που συμμετείχαν σε προγράμματα. Το μέτρο αυτό θα χρησιμοποιηθεί μέσω:

α)της ανταλλαγής τίτλων του ESM/EFSF που στηρίζουν τα δάνεια για την τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση στην Ελλάδα

β)το swap επιτοκίων του ESM για τον περιορισμό του ρίσκου από υψηλότερα επιτόκια στις αγορές

γ)την εισαγωγή ανάλογχης χρηματοδότησης για μελλοντικές εκταμιεύσεις στην Ελλάδα υπό το τρέχον πρόγραμμα.

Όπως τόνισε ο κ. Ρέγκλινγκ, αν και η μετατροπή των επιτοκίων σε σταθερά θα αυξήσει παροδικά το τρέχον επιτοκιακό κόστος, το όφελος για το Ελληνικό Δημόσιο έως το 2060 θα είναι η μείωση του χρέους, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τεχνοκρατών θα αγγίζει το 20% του ΑΕΠ (περίπου 40 δισ. ευρώ).

Μ. Χριστοδούλου
πηγή www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου